Η σοκαριστική υπόθεση που πάγωσε το πανελλήνιο
Υπάρχουν εγκλήματα που, όσο κι αν περνούν τα χρόνια, εξακολουθούν να προκαλούν σοκ. Ένα από αυτά είναι η υπόθεση της 24χρονης Τούλας στη Λέσβο, που αποκαλύφθηκε το 2005 και θεωρείται μέχρι σήμερα μία από τις πιο ανατριχιαστικές γυναικοκτονίες που έχουν καταγραφεί στη χώρα μας.
Η ιστορία ξεκίνησε το 1992, όταν ο τότε 19χρονος ηλεκτρολόγος γνώρισε την 14χρονη Τούλα. Οι δυο τους έγιναν ζευγάρι και έμειναν μαζί μέχρι το 1995. Στη συνέχεια εκείνη χώρισε, γνώρισε άλλον άνδρα, παντρεύτηκε και απέκτησε ένα παιδί, ενώ ο πρώην σύντροφός της παντρεύτηκε μια 17χρονη κοπέλα, την Αρετή, με την οποία απέκτησε επίσης ένα παιδί.
Το 2000, μετά τον χωρισμό της από τον σύζυγό της, η Τούλα ήρθε ξανά σε επαφή με τον πρώην σύντροφό της. Αρχικά έμενε στην αδελφή της, όμως αργότερα ζήτησε από εκείνον και τη σύζυγό του να τη φιλοξενήσουν για λίγες ημέρες. Οι λίγες ημέρες, όμως, μετατράπηκαν σε έναν εφιάλτη που κράτησε σχεδόν δύο χρόνια.
Στην αρχή, ο δράστης την ανάγκαζε να εργάζεται πουλώντας μικροαντικείμενα σε διάφορα σημεία της πόλης, ενώ την παρακολουθούσε συνεχώς για να ελέγχει κάθε της κίνηση. Σύντομα ξεκίνησε να την κακοποιεί σεξουαλικά, αναγκάζοντας τόσο την ίδια όσο και τη σύζυγό του να συμμετέχουν σε αρρωστημένα όργια. Όταν είχε ερωτική επαφή με τη μία, υποχρέωνε την άλλη να τους βιντεοσκοπεί.
Η κατάσταση έγινε ακόμη πιο φρικτή όταν η Τούλα αρνήθηκε να συμμετέχει άλλο. Ο ηλεκτρολόγος εξαγριώθηκε, τη χτύπησε άγρια και την υποχρέωσε με τη βία να συνεχίσει. Λίγο αργότερα, όταν η νεαρή γυναίκα ανακοίνωσε ότι θα φύγει από το σπίτι, εκείνος τής έκλεισε το στόμα, της πέρασε χειροπέδες και, με τη βοήθεια της συζύγου του, την κλείδωσε σε ένα δωμάτιο. Από εκείνη τη στιγμή ζούσε φυλακισμένη.
Η μοναδική φορά που της επέτρεπαν να βγει από το δωμάτιο ήταν για να ικανοποιεί τις αρρωστημένες σεξουαλικές επιθυμίες του ζευγαριού. Αμέσως μετά την ξανακλείδωναν. Της έδιναν ελάχιστη τροφή και νερό μόλις δύο ή τρεις φορές την εβδομάδα, δεν είχε πρόσβαση ούτε καν σε τουαλέτα και αναγκαζόταν να χρησιμοποιεί ένα πλαστικό δοχείο για τις ανάγκες της. Από την ασιτία είχε χάσει πολλά κιλά και βρισκόταν σε τραγική κατάσταση.
Στις 22 Ιανουαρίου 2002 γράφτηκε το τελευταίο κεφάλαιο του μαρτυρίου της. Ο δράστης τη μετέφερε από το υπνοδωμάτιο στην κουζίνα και απαίτησε να συνευρεθούν ερωτικά. Εκείνη, εξαντλημένη, τον παρακάλεσε λέγοντας: «Γιώργο, κάνε μου ό,τι θες, δώσε μου λίγο να φάω». Τότε εκείνος άρπαξε ένα ξύλο από το τζάκι και τη χτύπησε με δύναμη στο κεφάλι. Η 24χρονη έπεσε αναίσθητη στο πάτωμα. Ήταν ήδη νεκρή.
Στη συνέχεια, ο δράστης και η σύζυγός του επιχείρησαν να εξαφανίσουν κάθε ίχνος του εγκλήματος. Παρήγγειλαν από σιδηρουργό ένα μεγάλο μεταλλικό κουτί, λέγοντας πως το χρειάζονταν δήθεν για να βράζουν κρέας. Όταν διαπίστωσαν ότι το πτώμα δεν χωρούσε μέσα, ο δράστης πάτησε με το πόδι του το κεφάλι της άτυχης γυναίκας μέχρι να ακουστεί ένα ανατριχιαστικό «κρακ» και να σπάσει το κρανίο της.
Έβαλαν το μεταλλικό κουτί μέσα στο τζάκι, το περιέλουσαν με πετρέλαιο και πλαστικές σακούλες και άρχισαν να καίνε το σώμα της. Η καύση κράτησε τέσσερις συνεχόμενες ημέρες, ενώ στη συνέχεια επανέλαβαν τη διαδικασία άλλες δύο φορές μέχρι να απομείνουν μόνο στάχτες και οστά. Σύμφωνα με όσα αποκαλύφθηκαν αργότερα, άναβαν συνεχώς ανεμιστήρα ώστε να μη βγαίνει η μυρωδιά προς τα έξω.
Το έγκλημα έμεινε κρυφό για περισσότερα από τρία χρόνια. Όλα άλλαξαν τον Μάρτιο του 2005, όταν η σύζυγος του δράστη γνώρισε έναν 50χρονο αγρότη και του εκμυστηρεύτηκε όσα είχαν συμβεί, λέγοντάς του: «Θα σου πω κάτι, αλλά μην πεις τίποτα στον Γιώργο, γιατί θα με σκοτώσει».
Ο άνδρας πήγε αμέσως στην Αστυνομία και κατήγγειλε όσα άκουσε. Οι αστυνομικοί πραγματοποίησαν έρευνα στο σπίτι και βρέθηκαν μπροστά σε εικόνες που προκαλούσαν αποτροπιασμό. Εντόπισαν το μεταλλικό κουτί με τα οστά της 24χρονης, κάμερες ασφαλείας, βιντεοκασέτες από τα αρρωστημένα όργια, χειροπέδες, καραμπίνα, στυλέτα και κλοπιμαία αντικείμενα.
Ο δράστης καταδικάστηκε τελικά σε ισόβια κάθειρξη για τη δολοφονία της Τούλας, καθώς και σε επιπλέον 20 χρόνια φυλάκισης για τους βιασμούς, την καύση του πτώματος, την οπλοκατοχή και άλλα αδικήματα. Η σύζυγός του καταδικάστηκε σε κάθειρξη 11 ετών και ενός μήνα για άμεση συνέργεια σε αρπαγή με σκοπό την εξώγαμη συνουσία και για απλή συνέργεια σε περιύβριση νεκρού, χωρίς να κριθεί ένοχη για τη δολοφονία.
Η υπόθεση αυτή εξακολουθεί μέχρι σήμερα να συγκαταλέγεται στα πιο αποτρόπαια εγκλήματα που έχουν συγκλονίσει την Ελλάδα, προκαλώντας φρίκη ακόμη και σε έμπειρους αστυνομικούς που συμμετείχαν στις έρευνες.








