Κορίτσι με γαλλικά και πιάνο, Αρσακειάδα, η Μαίρη Αρώνη είχε όλα τα προσόντα και την ανατροφή μιας αρχοντοπούλας και μιας αριστοκρατικής προσωπικότητας, που πάνω στο σανίδι μεταμορφωνόταν με άνεση και σε μια λαϊκή γυναίκα…
Κάποιοι ηθοποιοί άφησαν το στίγμα τους και αγαπήθηκαν για την ομορφιά τους, άλλοι για το ταλέντο τους και άλλοι για τη λάμψη της προσωπικότητάς τους. Η Μαίρη Αρώνη ανήκε σε αυτή τη σπάνια κατηγορία καλλιτεχνών που συνδύαζαν και τα τρία. Με επιβλητική παρουσία, υποδειγματική άρθρωση, σπάνια θεατρική παιδεία και μια εσωτερική δύναμη που καθήλωνε το κοινό, κατάφερε να θεωρηθεί μία από τις σημαντικότερες πρωταγωνίστριες του ελληνικού θεάτρου του 20ού αιώνα. Αν και ο κινηματογράφος τη φιλοξένησε ελάχιστες φορές, οι εμφανίσεις της έμειναν αξέχαστες. Το θέατρο, όμως, ήταν η μεγάλη της αγάπη. Εκεί μεγαλούργησε, εκεί δοξάστηκε και εκεί άφησε τη σφραγίδα της. “100 ζωές να είχα πάλι το θέατρο θα διάλεγα” έλεγε εκείνη γεννημένη θεατρίνα, εκφράζοντας την μεγάλη της αγάπη για αυτό σε όποια συνέντευξη και αν έδινε. Η γλυκειά “Πάστα Φλώρα” του ελληνικού κινηματογράφου ήταν μια προσωπικότητα αναντικατάστατη.
Από τα πλούτη στην οικονομική καταστροφή και την αυτοκτονία του πατέρα της…
Η Μαίρη Αρώνη γεννήθηκε στην Αθήνα στις 29 Δεκεμβρίου 1916, με πραγματικό όνομα Μαρία Αρβανιτάκη. Προερχόταν από εύπορη οικογένεια. Ήταν κόρη του καθηγητή της Μεγάλης του Γένους Σχολής, Λέανδρου Αρβανιτάκη που ήταν και χρηματιστής. Η μητέρα της ήταν μια δυναμική γυναίκα που πριν παντρευτεί είχε τον δικό της οίκο ραπτικής. Η οικογένεια της μικρής Μαίρης ήταν από αυτές που σε καιρούς δύσκολους μπορούσαν να προσφέρουν στα παιδιά τους άνετη διαβίωση και κυρίως καλές σπουδές και μόρφωση.
Από μικρή έδειξε ιδιαίτερη κλίση στη μουσική. Σπούδασε πιάνο και όλοι πίστευαν ότι θα ακολουθούσε καριέρα μουσικού. Εκείνη όμως είχε ήδη αποφασίσει πως η ζωή της ήταν η υποκριτική. Κάπως έτσι, παράλληλα με το σχολείο της, έμαθε γαλλικά και αγγλικά. Οι γονείς της είχαν μεγάλα σχέδια για εκείνη, ωστόσο, η Μαίρη από μικρή ήξερε πως ο δικός της δρόμος ήταν η ηθοποιία. Και ίσως να τα είχε καταφέρει πολύ πιο εύκολα, αν το 1929 δεν είχε μεσολαβήσει και το μεγάλο Κραχ στη Wall Street. Τα απόνερα εκείνης της φοβερής οικονομικής καταστροφής, δεν άργησαν να περάσουν από τη μία άκρη του Ατλαντικού στην άλλη. Εκατομμύρια άνθρωποι σε ολόκληρο τον πλανήτη ήρθαν αντιμέτωποι με τον άγριο πρόσωπο του καπιταλισμού και οι ζωές τους καταστράφηκαν μέσα σε λίγες ημέρες ή ακόμα και ώρες. Ένας από αυτούς ήταν και ο πατέρας της Μαίρης. Ο Λέανδρος Αρβανιτάκης βρέθηκε σε εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση, πτώχευσε και δημιούργησε πάρα πολλά χρέη.
Όταν διαπίστωσε πως δεν μπορεί να αποπληρώσει τα χρέη αυτά και πως διαρκώς στα ήδη υπάρχοντα προστίθενται και νέα, αποφάσισε να βάλει τέλος στη ζωή του. Η αυτοκτονία του πατέρα της, αύξησε δραματικά τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε το σπίτι. Κάπως έτσι η μητέρα αποφάσισε να ανοίξει ξανά τον οίκο ραπτικής που είχε εγκαταλείψει. Η απόφασή της στο μεταξύ να ακολουθήσει την υποκριτική, ήδη είχε προκαλέσει σφοδρές αντιδράσεις στο σπίτι. Ο πατέρας της θεωρούσε ότι το επάγγελμα της ηθοποιού δεν ταίριαζε σε μια νέα γυναίκα της εποχής με τέτοια ανατροφή. Μετά τον θάνατό του, όταν η Μαίρη Αρώνη ανακοίνωσε και στη μητέρα της πως θέλει να φοιτήσει στη Δραματική Σχολή, και εκείνη με την σειρά της αντέδρασε και δεν της το επέτρεψε!
Όμως, η Μαίρη δεν ήταν διατεθειμένη να βάλει ξανά σε δεύτερη μοίρα το μεγάλο της όνειρο και έτσι ανακοίνωσε πως θα κάνει απεργία πείνας μέχρι να της επιτρέψουν να σπουδάσει αυτό που ήθελε. “Με επανάσταση βγήκα στο θέατρο, έκανα μια εβδομάδα απεργία πείνας” έχει πει σε συνέντευξή της και συνέχισε: “Η μοίρα ήταν γραμμένη, τελικά τα κατάφερα, είχα μανία με το θέατρο δεν υπήρχε περίπτωση να με σταματήσει κανείς… Αυτό το αφιόνι που λέγεται θέατρο σε απορροφά και σε κάνει να ξεχνάς τις τραγικές στιγμές της ζωής σου, επειδή πέρασα τραγικές στιγμές, αν δεν υπήρχε αυτό, μπορεί και να μην τις ξεπερνούσα… Την Μαίρη την έταξα στο θέατρο από πάρα πολύ μικρή, αλλά αν ξαναγεννιόμουνα πάλι αυτό θα διάλεγα. Όταν είχα πρόβα ξεχνούσα τα πάντα. Σήμερα αυτό το μεθύσι δεν υπάρχει στους νέους ηθοποιούς”
Η μητέρα της από φόβο και μπροστά στον κίνδυνο να υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη η υγεία της Μαίρης εξαιτίας της απεργίας πείνας, δέχτηκε να σπουδάσει στη Δραματική Σχολή αρκεί να σταματούσε. Έτσι και έγινε. Η Μαίρη άρχισε ξανά να τρώει και παράλληλα άρχισε τις σπουδές της στη Δραματική Σχολή και λίγο αργότερα, παράλληλα, φοίτησε και στο Μουσικό Λύκειο Αθηνών. Τελικά η Μαίρη Αρώνη κέρδισε τη μάχη και γράφτηκε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, όπου μαθήτευσε δίπλα στον σπουδαίο Φώτο Πολίτη και αποφοίτησε με άριστα.
Το επίθετο που έγινε θρύλος
Το πραγματικό της επώνυμο δεν ήταν Αρώνη. Το απέκτησε από τον άνθρωπο που έμελλε να σημαδέψει ολόκληρη τη ζωή της. Κατά τη διάρκεια των σπουδών της γνώρισε τον ηθοποιό Θεόδωρο Αρώνη. Εκείνος ήταν μεγαλύτερός της, ήδη γνωστός στον θεατρικό χώρο και ιδιαίτερα γοητευτικός. Η γνωριμία εξελίχθηκε γρήγορα σε έναν μεγάλο έρωτα και λίγο αργότερα παντρεύτηκαν. Στη Σχολή, σχεδόν αμέσως, ξεχώρισε για την ομορφιά και το ταλέντο της. Το 1934 είχε έρθει η μεγάλη στιγμή. Κάνει το ντεμπούτο της στο θεατρικό έργο «Κοσμική Αθήνα». Οι κριτικές είναι διθυραμβικές και όλοι μιλάνε για το νέο μεγάλο αστέρι του θεάτρου. Η Μαίρη Αρώνη δεν άργησε να τραβήξει πάνω της το βλέμμα της σπουδαίας Μαρίκας Κοτοπούλη η οποία της έκανε πρόταση να ενταχθεί στον θίασό της! Μέσα στα επόμενα χρόνια, η Μαίρη Αρώνη συνεργάστηκε με τον Δημήτρη Χόρν και τον σπουδαίο Μάνο Κατράκη και σε ηλικία 25 χρονών γίνεται μια από τις νεαρότερες πρωταγωνίστριες του θεάτρου μέσα από τον θίασο του Κώστα Μουσούρη. Η Μαρία Αρβανιτάκη έγινε πλέον Μαίρη Αρώνη, όνομα που έμελλε να περάσει στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου. Παρότι ο γάμος της με τον Θεόδωρο Αρώνη δεν κράτησε για πάντα, εκείνη διατήρησε το επίθετο με το οποίο έγινε διάσημη και τις καλές σχέσεις μαζί του.
Η μεγάλη θεατρική πορεία μιας κορυφαίας πρωταγωνίστριας
«Ο μεγάλος μου έρωτας είναι το θέατρο. Πιστεύω ότι όλα εδώ αρχίζουν και όλα εδώ τελειώνουν. Φοβάμαι τον χρόνο – σε μας τους ηθοποιούς από ένα σημείο και μετά γίνεται εφιάλτης, γιατί δεν ξέρω τι υπάρχει μετά τον θάνατο. Αλλά, αν υπάρχει μια άλλη ζωή πέρα από ‘δώ, εγώ πιστεύω ότι το θέατρο δεν τελειώνει ποτέ», είχε πει κάποτε η ίδια. Η Μαίρη Αρώνη ακολούθησε μια πορεία που λίγες Ελληνίδες ηθοποιοί κατάφεραν να πραγματοποιήσουν.
Συνεργάστηκε με κορυφαίους ανθρώπους του θεάτρου, όπως ο Κώστας Μουσούρης, ο Δημήτρης Χορν, ο Μάνος Κατράκης και φυσικά το Εθνικό Θέατρο, στο οποίο επέστρεφε διαρκώς ως πρωταγωνίστρια. Υπήρξε επίσης καθηγήτρια στη Δραματική Σχολή του Εθνικού, μεταδίδοντας τις γνώσεις της στις επόμενες γενιές ηθοποιών. Η σκηνική της παρουσία ήταν μοναδική. Η αρχοντιά της, η καθαρή άρθρωση, η βαθιά καλλιεργημένη φωνή και η πειθαρχία της έκαναν πολλούς να τη χαρακτηρίζουν ως την «κυρία του ελληνικού θεάτρου». Ανάμεσα στους σπουδαιότερους ρόλους της συγκαταλέγονται: Έντα Γκάμπλερ, Λυσιστράτη, Στέλλα Βιολάντη, Κλυταιμνήστρα, Φαίδρα, Βασίλισσα Αμαλία, Βασίλισσα Ελισάβετ, Μαντώ Μαυρογένους, Κατερίνα στη «Στρίγγλα που έγινε αρνάκι».
Οι ερμηνείες της θεωρούνται μέχρι σήμερα υποδειγματικές και διδάσκονται ως σημείο αναφοράς για την υποκριτική. Το 1959 ανεβάζει στο θέατρο την κωμωδία 40+ μια κωμωδία του Σακελλάριου – Γιαννακόπουλου, και εκείνη θριαμβεύει στον ρόλο της σαραντάρας χήρας Τζένης που ερωτεύεται τον βιολιστή Τάκη, έναν ρόλο που αργότερα γυρίζει σε κινηματογραφική ταινία “Μια τρελή τρελή σαραντάρα” η Ρένα Βλαχοπούλου. Δες το βίντεο:
Η δεύτερη μεγάλη απώλεια της ζωής της
Απόλυτη και αποστασιοποιημένη με ανθρώπους που δεν ήθελε στον κύκλο της, η Μαίρη Αρώνη δεν χάριζε κάστανα, όμως σε όσους αγαπούσε ήταν δοτική, μεγάλη ψυχούλα… Ο πόλεμος δεν ανέκοψε τη φρενήρη πορεία της προς την κορυφή. Το 1944 γίνεται συν-θιασάρχης, πρώτα με τον Δημήτρη Χορν και έπειτα με την ξαδέρφη της, την Βάσω Μανωλίδου που ήδη είχε αρχίσει να χτίζει και τη δική της σπουδαία καριέρα. Μέσα στη φωτιά του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι ναζί κατακτητές όταν είχαν επιτάξει το σπίτι της στο Καλαμάκι, λέγεται πως η Μαίρη Αρώνη είχε αποκτήσει, πλέον, τόση αυτοπεποίθηση που απαιτούσε από τους Γερμανούς στρατιώτες να μπαίνουν στο σπίτι χωρίς να φοράνε τις μπότες τους προκειμένου να μη της χαλάσουν το παρκέ!
Η καριέρα της Μαίρης Αρώνη πηγαίνει από το καλό στο καλύτερο και από επιτυχία σε επιτυχία, μέχρι που η μοίρα της «δίνει» ένα ακόμα πολύ ισχυρό «χαστούκι. Ο άνθρωπός της, ο Θοδωρής Αρώνης, νόσησε από καρκίνο. Στις 13 Ιουλίου του 1956 πέθανε. Αυτή ήταν και η μοναδική ημέρα που η Μαίρη Αρώνη δεν πήγε στο θέατρο. Από την επόμενη κιόλας ημέρα επέστρεψε στις παραστάσεις. «Ο Θόδωρος, γεννημένος στη Ρωσία, ήταν ένας πραγματικός αριστοκράτης, ιδιαίτερα καλλιεργημένος, ένας γοητευτικός κοσμοπολίτης. Στα γλέντια που κάναμε σπίτι μας, όταν έπινε, συνήθιζε να πετάει μετά τα κρυστάλλινα ποτήρια πίσω του, όπως έκανε και στη Ρωσία. Κι εγώ του έλεγα “σπάσ’ τα, Φέντια μου, σπάσ’ τα, εσύ να είσαι καλά, σπάσ’ τα όλα, Φέντια μου” έλεγε με καμάρι όταν αναφερόταν στον άντρα της. “Όταν εκείνος αρρώστησε από καρκίνο τού στάθηκα όσο κανείς, κοιμόμουν μαζί του στο νοσοκομείο, στο διπλανό κρεβάτι, για να μη μένει μόνος. Μέχρι και έρωτα του ζητούσα να κάνουμε, έτσι, για να αισθάνεται πως είναι ακόμα ζωντανός», έλεγε η Μαίρη Αρώνη. Δες ένα αφιέρωμα της ΕΡΤ στην μεγάλη ηθοποιό:
Το αυτοάνοσο που την δυσκόλεψε
Το σοκ από τον θάνατο του άντρα της ήταν τεράστιο! Από τη στεναχώρια της εμφάνισε λεύκη και άρχισε να μακιγιάρει κάθε σημείο του σώματός της προκειμένου να εμφανίζεται μπροστά στους θεατές όπως και πριν. Λίγοι γνώριζαν ότι η Μαίρη Αρώνη αντιμετώπιζε λεύκη. Την έκρυβε επιμελώς με μακιγιάζ και κοστούμια, χωρίς να επιτρέψει ποτέ να επηρεάσει την καριέρα της.
Το αυτοάνασο εκδηλώθηκε μετά από τις βαθιές οικογενειακές πληγές που της είχαν τύχει στην ζωή της και είχαν αφήσει έντονα τα σημάδια τους. Παρ’ όλα αυτά, συνέχισε να εργάζεται με την ίδια αφοσίωση, χωρίς να αφήνει τα προσωπικά της δράματα να επηρεάζουν τη σκηνική της παρουσία. Δες μια συνέντευξή της στην εκπομπή “Άκουσέ με” της Σούλας Αλεξανδροπούλου στην ΕΡΤ που έδωσε το 1979 που μιλάει για τις ατυχίες της ζωής της:
Το 1963 παράτησε το ελεύθερο θέατρο και περίπου 18 χρόνια αργότερα έκανε το ίδιο και με το Εθνικό Θέατρο, έχοντας κάνει, όμως, μια καριέρα που άφησε το δικό της στίγμα. Στον κινηματογράφο έπαιξε μόνο σε πέντε ταινίες όπου και πάλι απέδειξε πόσο σπάνιο ταλέντο διέθετε.
Ο δεύτερος γάμος, το διαζύγιο και το τρίτο “χαστούκι” της ζωής
Το 1965 η ηθοποιός γνώρισε και παντρεύτηκε τον σκηνοθέτη Κωστή Μιχαηλίδη. Ο γάμος αυτός, ωστόσο, κράτησε μόλις για δυο χρόνια, αφού ο Μιχαηλίδης είχε τεράστιο πρόβλημα με τον τζόγο και είχε δημιουργήσει μεγάλη χρέη, κάτι που η Μαίρη Αρώνη δεν ανέχτηκε και «τράβηξε» τον δικό της δρόμο και την ανοδική πορεία στην καριέρα της εντελώς παραδομένη πλέον σε αυτήν. Δες ένα βίντεο από τα αρχεία της ΕΡΤ στις πρόβες της παράστασης “Λυσιστράτη” – σταθμό στην καριέρα της – στην Επίδαυρο το 1975 με την Μαίρη Αρώνη στον ομώνυμο ρόλο:
Το 1991 ο αγαπημένος της ανιψιός Λέανδρος είχε ένα ατύχημα το οποίο τον άφησε τετραπληγικό. Όσοι ήξεραν τη Μαίρη Αρώνη έλεγαν πως, στην πραγματικότητα, ποτέ δεν ξεπέρασε το σοκ και έπεσε σε βαθιά κατάθλιψη.
Η “Πάστα Φλώρα” και το χαστούκι που παραλίγο να τινάξει την συνεργασία στον αέρα!
Παρότι το θέατρο ήταν ο φυσικός της χώρος, ο ελληνικός κινηματογράφος δεν θα μπορούσε να την αγνοήσει. Εμφανίστηκε σε λίγες μόνο ταινίες, όμως δύο από αυτές έγιναν κλασικές. Το 1963 πρωταγωνιστούσε στους «Μικρούς και μεγάλους εν δράσει». Δες σκηνή από την ταινία με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα:
Δύο χρόνια αργότερα στη θρυλική κωμωδία «Μια τρελή, τρελή οικογένεια», κάνει άλλη μια επιτυχία με την παρουσία της σαν αφελής “Πάστα Φλώρα” που μέχρι και σήμερα ο ρόλος αυτός την χαρακτηρίζει και την ξεχωρίζει ακόμα και στις νεότερες γενιές. “Θα με προικίσεις Λιόλιο μου;” η θρυλική ατάκα της στον Διονύση Παπαγιαννόπουλο που έγραψε ιστορία στον κινηματογράφο της ταινίας:
Η σκηνή όπου δέχεται το κινηματογραφικό χαστούκι για τις ανάγκες της ταινίας “Μια τρελή τρελή οικογένεια”, από τον Διονύση
Παπαγιαννόπουλο που υποδύθηκε τον άντρα της, έχει μείνει στην ιστορία του ελληνικού σινεμά και συνοδεύεται από ένα έντονο παρασκήνιο που παραλίγο να τινάξει την συνεργασία στον αέρα. Οι κριτικές της εποχής έλεγαν: «Το ότι δεν δέχτηκε η Ρένα Βλαχοπούλου το ρόλο της Πάστα Φλώρας οδήγησε τον Φίνο και τον Δημόπουλο να επιλέξουν τη θεατρική πρωταγωνίστρια του Εθνικού Θεάτρου, τη μοναδική, η οποία έκανε την καλύτερη κινηματογραφική της εμφάνιση – ανάμεσα στις λίγες που είχε κάνει. Και ξέρετε γιατί ξεχώρισε; Γιατί αποφάσισε να παίξει το ρόλο σαν να έπαιζε “θέατρο του παραλόγου”, Μπέκετ ή Ιονέσκο. Μ’ αυτόν τον τρόπο τον απογείωσε το ρόλο”.
Στο σενάριο της ταινίας υπήρχε το δυνατό χαστούκι από τον Στέλιο στη γυναίκα του, Πάστα Φλώρα. Ο Παπαγιαννόπουλος ήταν της σχολής Σακελλάριου, ότι τα χαστούκια πρέπει να είναι αληθινά, η Αρώνη όπως έλεγε το παρασκήνιο, είχε απειλήσει να φύγει μετά από το χαστούκι που έφαγε, τελικά όμως την έπεισαν να μείνει στην ταινία και μάλιστα αργότερα συνεργάστηκε ξανά με τον Παπαγιαννόπουλο στην ταινία “Φουσκοθαλασσιές”. Δες το περίφημο χαστούκι του Παπαγιαννόπουλου που άφησε εποχή:
Άλλη μια ταινία που άφησε ιστορία λόγω της εξαιρετικής ερμηνείας της στο έργο ήταν “Η γυναίκα μου τρελάθηκε” με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα. Η Μαίρη Αρώνη ταίριαζε και ταυτιζόταν απόλυτα με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα στους ρόλους, επειδή δε ήταν και προσωπικοί φίλοι, περνούσαν πολύ καλά στα γυρίσματα και όποτε έπαιζαν μαζί αυτό αποτυπωνόταν και στο γυαλί:
Ένας ήσυχος θάνατος…
Στα τελευταία χρόνια της ζωής της η Μαίρη Αρώνη είχε περιορίσει σταδιακά τις εμφανίσεις της. Παρέμεινε όμως μια προσωπικότητα που όλοι στον θεατρικό χώρο σέβονταν απεριόριστα. Οι νεότεροι ηθοποιοί μιλούσαν για την ευγένεια, την πειθαρχία και την τελειομανία της. Δεν επιδίωξε ποτέ τη δημοσιότητα. Προτιμούσε τη σιωπή από τις συνεντεύξεις και πίστευε ότι ο ηθοποιός πρέπει να μιλά μέσα από τους ρόλους του. Η σπουδαία Μαίρη Αρώνη πέθανε στις 16 Ιουλίου 1992. Ο θάνατος τη «βρήκε» την ώρα που κοιμόταν στο σπίτι της ξαδέλφης της στο Πόρτο Ράφτη σε ηλικία 76 χρονών. Πέθανε από ανακοπή, κοιμήθηκε και δεν ξύπνησε ποτέ. Η μοίρα που τη «χτύπησε» τόσες πολλές φορές, της «χάρισε» έναν ήσυχο θάνατο. Η απώλειά της προκάλεσε βαθιά συγκίνηση στον καλλιτεχνικό κόσμο, καθώς έσβηνε μία από τις τελευταίες μεγάλες κυρίες της κλασικής θεατρικής γενιάς.
Η Μαίρη Αρώνη δεν ήταν μόνο μια μεγάλη πρωταγωνίστρια. Υπήρξε πρότυπο ήθους, επαγγελματισμού και καλλιτεχνικής συνέπειας. Σε μια εποχή όπου το θέατρο απαιτούσε αυστηρή πειθαρχία και απόλυτη αφοσίωση, εκείνη κατάφερε να γίνει σημείο αναφοράς για δεκάδες ηθοποιούς. Δεν κυνηγούσε τη δημοσιότητα ούτε τις κοσμικές εμφανίσεις. Κυνηγούσε μόνο την τελειότητα πάνω στη σκηνή. Σήμερα, περισσότερες από τρεις δεκαετίες μετά τον θάνατό της, το όνομά της εξακολουθεί να προκαλεί σεβασμό. Οι ερμηνείες της παραμένουν αντικείμενο μελέτης, ενώ οι λίγες κινηματογραφικές της εμφανίσεις εξακολουθούν να προβάλλονται και να αγαπιούνται από το κοινό. Η Μαίρη Αρώνη απέδειξε πως η πραγματική λάμψη δεν βρίσκεται στην ποσότητα των εμφανίσεων, αλλά στην ποιότητα του έργου. Και γι’ αυτό συγκαταλέγεται δικαιωματικά στις σημαντικότερες μορφές που ανέδειξε ποτέ το ελληνικό θέατρο.





